Τρίτη, Νοέμβριος 13

Η 25χρονη από τη Λεμεσό που σκότωσε τον αρραβωνιαστικό της με 3 μαχαιριές μέσα σε μπυραρία. ‘Οταν ήρθε η αστυνομία ρώτησε: «εψόφησεν ή ακόμα;»

Ήταν λίγο μετά τις 7:30 το απόγευμα, στην μπυραρία Stone Eagle στη Λεμεσό. Ένα ζευγάρι πίνει και συζητάει.

Σύχναζαν στη συγκεκριμένη «παμπ» περίπου τρεις βδομάδες. Ξαφνικά, οι 5-6 θαμώνες, κυρίως Άγγλοι και Αγγλίδες εργαζόμενοι των Βάσεων, πρόσεξαν πως η συζήτηση του ζευγαριού είχε γίνει έντονη. Μίλαγαν δυνατά και τσακώνονταν. Η κοπέλα, Ε.Γ. έβγαλε από την τσάντα της ένα μαχαίρι και το κάρφωσε στο στήθος του συνοδού της. Ο νεαρός έπεσε κάτω αιμόφυρτος και η κοπέλα δεν έκανε καμία κίνηση για να φύγει. Στάθηκε από πάνω του εντελώς ψύχραιμη και τον κοίταζε που πέθαινε. Ένας από τους θαμώνες κάλεσε την Αστυνομία και ασθενοφόρο. Μέχρι να φτάσουν, ο νεαρός Α.Α. είχε πεθάνει….

Συνειδητή δολοφονία …

Η Ε.Γ. ήταν γνωστή και ως «Χιτλερού», αν και δεν έγινε γνωστό πώς της βγήκε το παρατσούκλι. Παρέμεινε στη μπυραρία και με ηρεμία εξήγησε στους αστυνομικούς πώς και γιατί δολοφόνησε τον νεαρό. Γνωρίζονταν δύο χρόνια και ήταν αρραβωνιασμένοι. Όμως όπως ισχυρίστηκε, οι δυσάρεστες στιγμές ήταν περισσότερες από τις ευχάριστες….

«Με έδερνε, με πείραζε, δεν άντεχα άλλο. Όσο ξύλο έφαγα αυτά τα δυο χρόνια δεν το έχω φάει όλη μου τη ζωή». …

Μία εβδομάδα πριν, αγόρασε το μαχαίρι με το οποίο δολοφόνησε τον αρραβωνιαστικό της. Του το είχε πει απειλητικά αλλά δεν την πίστεψε. Το είχε εξομολογηθεί και στην μπαργούμαν πως θα τον σκότωνε….

«Στης φυλακής τα σίδερα με ρίξανε» …

Η κοπέλα δεν προσπάθησε ποτέ να κρυφτεί, να φύγει ή να δικαιολογηθεί. Την ώρα που οι αρχές εξέταζαν τη μπυραρία και ετοιμάζονταν να μεταφέρουν το θύμα στο Γενικό Νοσοκομείο, στεκόταν από πάνω του και ρώταγε «εψόφησεν ή ακόμα;»….

Ένα μήνα μετά έγινε η δίκη της. Η Ε.Γ. παρουσιάστηκε μόνη χωρίς συγγενείς ή φίλους στο δικαστήριο. Καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης δεν αντέδρασε και κρατούσε το κεφάλι της κρυμμένο στα χέρια της. Μόνο όταν άκουσε την ποινή της, δέκα χρόνια φυλάκιση, σήκωσε για λίγο το βλέμμα της ψάχνοντας κάποιον και μετά το ξανάριξε κάτω. Όταν βγήκε από την αίθουσα χαμογέλασε αμήχανα προς τον τύπο. Λίγο πριν κλείσει η πόρτα του κελιού, σιγομουρμούρισε: «Στης φυλακής τα σίδερα με ρίξανε»….

www.mixanitouxronou.com.cy

Διαβάστε περισσότερα