Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου

Μπορεί η σεξουαλική επιθετικότητα να επηρεάσει τον γυναικείο εγκέφαλο;

Μια μελέτη από το Πανεπιστήμιο Rutgers έχει δείξει ότι η βία μειώνει τη λειτουργία της μάθησης καθώς και την εκδήλωση μητρικών συμπεριφορών. Οι επιστήμονες του Rutgers έχουν πάει ένα βήμα μπροστά στην κατανόηση του πώς η σεξουαλική επιθετικότητα μπορεί να επηρεάσει τον γυναικείο εγκέφαλο.

Στην πρόσφατη δημοσίευσή τους σε έγκυρο επιστημονικό περιοδικό, ανέφεραν ότι, όταν θηλυκοί αρουραίοι που βρίσκονταν στην εφηβεία ζευγάρωσαν με σεξουαλικά έμπειρους αρσενικούς, είχαν αυξημένα επίπεδα ορμονών του στρες, δεν μπορούσαν να μάθουν εύκολα και εμφάνισαν μειωμένες μητρικές συμπεριφορές που ήταν απαραίτητες για τη φροντίδα των απογόνων τους.

Η μελέτη είναι σημαντική γιατί βοηθάει στην κατανόηση του πώς η σεξουαλική επιθετικότητα επηρεάζει τα διάφορα είδη. Είναι, επίσης, σημαντική η γνώση των επιπτώσεων των βίαιων συμπεριφορών, έτσι ώστε να είναι εφικτή η παροχή βοήθειας στις γυναίκες με σκοπό να μάθουν πώς να αναρρώσουν από τη σεξουαλική επιθετικότητα και τη βία.

Το 30% των γυναικών σε όλο τον κόσμο έχει την εμπειρία κάποιας φυσικής ή σεξουαλικής επίθεσης κατά τη διάρκεια της ζωής του και τα έφηβα κορίτσια, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, είναι πολύ πιο πιθανό να πέσουν θύματα βιασμού ή σεξουαλικής επίθεσης. Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι μία στις πέντε φοιτήτριες πέφτει θύμα σεξουαλικής επίθεσης.

Οι γυναίκες που έχουν βιώσει σεξουαλική βία είναι πιο πιθανό να υποφέρουν από κατάθλιψη, σύνδρομο μετατραυματικού στρες και άλλες διαταραχές της διάθεσης. Παρά την αδιαμφισβήτητη σύνδεση ανάμεσα στο σεξουαλικό τραύμα των γυναικών και τις διαταραχές ψυχικής υγείας, πολύ λίγα είναι γνωστά για το πώς η επιθετικότητα επηρεάζει τον γυναικείο εγκέφαλο. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν υπάρχει συγκεκριμένο πειραματικό μοντέλο για τη διερεύνηση των επιπτώσεων της σεξουαλικής επιθετικότητας στον εγκέφαλο των θηλέων. Τα εργαστηριακά μοντέλα σε ζώα που χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση του στρες έχουν μελετήσει την επίδοσή τους στο στρες στα άρρενα, αλλά δεν έχουν αναδείξει το είδος του στρες που βιώνουν τα θήλεα. Για τον λόγο αυτόν το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας της Αμερικής απαιτεί πλέον να συμπεριλαμβάνονται στις μελέτες και αρσενικά και θηλυκά ζώα.

Σε αυτήν τη νέα μελέτη οι ερευνητές ανέπτυξαν ένα συγκεκριμένο μοντέλο για την εκτίμηση της σεξουαλικής επιθετικότητας, το Sexual Conspecific Aggressive Response (SCAR), με σκοπό να καθορίσουν το πώς το στρες που σχετίζεται με τη σεξουαλική επιθετικότητα επηρεάζει τους θηλυκούς αρουραίους.

Ακόμα κι αν είναι φυσιολογικό για τους θηλυκούς αρουραίους να φροντίζουν τους απογόνους τους, καθώς και τους απογόνους άλλων αρουραίων, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι αρουραίοι που εκτέθηκαν σε αρσενικούς κατά τη διάρκεια της εφηβείας δεν επέδειξαν την ίδια μητρική συμπεριφορά με αυτούς που δεν είχαν την ίδια αλληλεπίδραση. Στα θηλυκά που είχαν μειωμένη μητρική συμπεριφορά βρέθηκαν λιγότερα νέα εγκεφαλικά κύτταρα, σε σύγκριση με αυτά που έμαθαν να φροντίζουν τους απογόνους τους.

Οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν εάν αυτός ο τύπος σεξουαλικής επίθεσης θα έχει τις ίδιες επιπτώσεις στους ανθρώπους. Οι μελέτες έχουν δείξει ότι η σεξουαλική επίθεση και βία είναι μια από τις πιο πιθανές αιτίες PTSD στις γυναίκες, το οποίο συνδέεται με μειωμένες εγκεφαλικές λειτουργίες που σχετίζονται με τη μάθηση και τη μνήμη. Τα παιδιά των γυναικών που έχουν βιώσει σεξουαλική βία έχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο να υποφέρουν από τραυματικές εμπειρίες όταν μεγαλώσουν.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι αυτήν τη στιγμή πολύ λίγα είναι γνωστά αναφορικά με την αύξηση της κατάθλιψης και των διαταραχών διάθεσης στις γυναίκες που έχουν βιώσει σεξουαλικό τραύμα κι επιθετικότητα. Οι νέες προσεγγίσεις και η εστίαση της προσοχής των ειδικών σε αυτό το ζήτημα μπορεί να προάγουν την κατανόηση του πώς ο γυναικείος εγκέφαλος ανταποκρίνεται στην επιθετικότητα και να βοηθήσουν τις γυναίκες να μάθουν πώς να ανακάμψουν από τη σεξουαλική βία.

Πηγή: medicalnewstoday

Διαβάστε επίσης