Σάββατο, 8 Αυγούστου

«Μας ανάγκαζαν να κάνουμε σeξ στους καναπέδες και μας παρακολουθούσαν»

Δικαιούνται τα αναγνωρισμένα από την Αστυνομία θύματα εμπορίας για σεξουαλική εκμετάλλευση σε χρηματική αποζημίωση, ακόμα και εάν οι κατηγορούμενοι στην ποινική υπόθεση είχαν αθωωθεί;

Αυτό το ερώτημα θα κληθεί να απαντήσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση της Charitin Altagracia από τoν Άγιο Δομίνικο, η οποία είχε έρθει στην Κύπρο την εποχή που βασίλευαν τα καμπαρέ για να εργαστεί ως σερβιτόρα, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπη με το τέρας της σωματεμπορίας.

Στην ποινική υπόθεση το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας είχε κρίνει αναξιόπιστη την Charitin και έχρισε περίπου ως άγιους τους διαχειριστές του καμπαρέ, ενώ όταν η Βουλή ψήφισε σε νόμο την ενσωμάτωση του άρθρου 22 στον Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων Νόμου με το οποίο δημιουργήθηκε αγώγιμο δικαίωμα για τα αναγνωρισμένα θύματα να διεκδικούν αποζημιώσεις, καταχωρήθηκε για πρώτη φορά σχετική αγωγή στο επαρχιακό δικαστήριο Λευκωσίας.

Στις 19 Ιανουαρίου 2018 ο δικαστής Αλέξανδρος Παναγιώτου απέρριψε την αγωγή κρίνοντας ότι από τη στιγμή που δεν υπήρξε ποινική καταδίκη, τότε τα θύματα δεν δικαιούνται αποζημιώσεις, απόφαση την οποία προσέβαλε με έφεση η οργάνωση Cyprus Stop Trafficking διά του δικηγόρου Χάρη Σταυράκη που ανέλαβε την υπόθεση αφιλοκερδώς.

Όπως ενημερώθηκε ο REPORTER από το δικηγορικό γραφείο, στο Ανώτατο Δικαστήριο έχουν κατατεθεί τα περιγράμματα των αγορεύσεων και αναμένεται ο ορισμός ημερομηνίας για διευκρινίσεις, ενώ κατόπιν τούτου θα δοθεί άλλη ημερομηνία για ανακοίνωση της απόφασης.

Στην έφεση απαριθμούνται 30 λόγοι με τους οποίους η πρωτόδικη απόφαση προσβάλλεται ως λανθασμένη, ο πρώτος εκ των οποίων αφορά το εύρημα του δικαστή ότι για να αποκτήσουν τα θύματα αγώγιμο δικαίωμα σε αποζημιώσεις θα πρέπει να προϋπάρξει καταδίκη στην ποινική υπόθεση. Οι υπόλοιποι λόγοι αφορούν κυρίως την αξιολόγηση των μαρτυριών.

Καμιά δεν είχε ιστορικό ως πόρνη
Είναι αξιοσημείωτο ότι στο πλαίσιο της αγωγής είχε δώσει μαρτυρία και η υπεύθυνη του Γραφείου Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας, Ρίτα Σούπερμαν, η οποία είχε λάβει καταθέσεις τόσο από την ενάγουσα όσο και από άλλες τρεις κοπέλες που είχαν καταφέρει να διαφύγει από το θρυλικό τότε καμπαρέ «Roxy».

Μέσα από τις καταθέσεις αυτές, όπως η κ. Σούπερμαν, ανέφερε στη μαρτυρία της, πείστηκε ότι όλες οι κοπέλες ήταν θύματα σωματεμπορίας αφού, εκτός των άλλων, «ήταν τρομοκρατημένες, φοβισμένες και σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση». Ειδικότερα η κ. Σούπερμαν ανέφερε ότι καμιά δεν είχε ιστορικό προηγούμενο σαν πόρνη, «αντίθετα ήταν όλες γυναίκες με οικογένειες και παιδιά οι οποίες εξαπατήθηκαν για να έρθουν στην Κύπρο, με την υπόσχεση ότι από εδώ θα μετέβαιναν στην Ισπανία με… τρένο για εργασία».

Ωστόσο ούτε αυτή η μαρτυρία στάθηκε ικανή για να δικαιώσει την Charitin και πλέον η απάντηση στο ερώτημα για το εάν τα θύματα δικαιούνται αποζημιώσεις βρίσκεται στην απόφαση που θα λάβει το Ανώτατο.

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι τόσο στην ποινική υπόθεση όσο και στην αγωγή το δικαστήριο έκρινε ότι τίποτα δεν εμπόδιζε την Charitin να υποβάλει καταγγελία στην Αστυνομία από τη στιγμή που είχε κινητό τηλέφωνο, καθώς και πρόσβαση στο διαδίκτυο, δεν απάντησε όμως στο παράλληλο ερώτημα πόσο εφικτό ήταν αυτό για τις γυναίκες που έρχονταν σε μια ξένη χώρα χωρίς στοιχειώδη γνώση της γλώσσας και ενώ οι αστυνομικοί ήταν από τους καλύτερες πελάτες των καμπαρέ.

Η επαφή με τη Maricha και η αντίστροφη μέτρηση
Είναι συγκλονιστικά τα όσα ανέφερε στη μαρτυρία της στο πλαίσιο της αγωγής η Charitin Altagracia.

«Η ιστορία αυτή άρχισε τον Ιανουάριο του 2008, όταν αποφασίσαμε με τον σύζυγό μου ότι θα έπρεπε να προσπαθήσω να βρω εργασία στο εξωτερικό για να βοηθήσουμε τα παιδιά μας. Είμαστε φτωχή οικογένεια, ο σύζυγός μου δεν είχε μόνιμη εργασία και έτσι αποφασίσαμε να πάω στην Ισπανία όπου είχα μία θεία για να εργαστώ μαζί της για ένα-δυο χρόνια ως σερβιτόρα», αναφέρει η Charitin και συνεχίζει:

«Μία εξαδέλφη μου με έφερε σε επαφή με κάποιαν που την έλεγαν Μaricha, η οποία έλεγε ότι βοηθά να βγάλουν βίζα όσοι θέλουν να εργαστούν σε ευρωπαϊκές χώρες. Πήγαμε με τη φίλη μου την Yani να την συναντήσουμε στο σπίτι της στο Santiago και της είπα ότι θέλω να πάω στην Ισπανία όπου έχω συγγενείς. Μου είπε ότι θα ήταν εύκολο αυτό εάν πρώτα πηγαίναμε στην Κύπρο και εργαζόμασταν εκεί για μια βδομάδα ώστε να κερδίσουμε λίγα χρήματα, ενώ στη συνέχεια, όπως μας είπε, θα πηγαίναμε με τρένο στην Ισπανία. Εγώ δεν ήξερα καν που βρίσκεται η Κύπρος, ούτε πως είναι νησί.

Πλήρωσα στην Maricha 200 δολάρια για τη βίζα που θα μου έβγαζε, 45.000 πέσος (κάπου 800 ευρώ) για το συμβόλαιο εργασίας που χρειαζόμασταν, 200 δολάρια για τη διαμονή μας μέχρι να φύγουμε από την Κύπρο και 84.000 πέσος (κάπου 1.500 ευρώ) για το αεροπορικό εισιτήριο.

Η Maricha μας είπε ότι έπρεπε να έχουμε μαζί μας και 800 δολάρια για να μας αφήσουν να φύγουμε από τη χώρα στο αεροδρόμιο. Τα χρήματα για να πληρώσω τη Maricha τα είχα πάρει όλα δανεικά, ενώ είχα πουλήσει και μια μικρή μοτοσικλέτα που είχα.

Όταν μου έδωσε το συμβόλαιο εργασίας που ήταν στα αγγλικά, μου φάνηκε πως κάπου είδα τη λέξη ‘dancing’. Είπα στην Maricha ότι δεν ξέρω να χορεύω και ούτε θέλω να χορεύω και μου απάντησε ότι το συμβόλαιο ήταν εικονικό και ότι χρειαζόταν μόνο για να πάρω βίζα για την Κύπρο και από εκεί στην Ισπανία».

Η άφιξη στην Κύπρο και το ξύπνημα του εφιάλτη
«Ταξίδεψα για τη Λάρνακα με άλλες πέντε κοπέλες από τη χώρα μου, την Alexandra, τη Margarita, την Denny, την Aricha και την Yani. Στο αεροδρόμιο μας περίμενε ένας άνδρας που τον έλεγαν Γιώργο. Μας ρώτησε αν είμαστε οι κοπέλες της Maricha και μας πήγε με το αυτοκίνητό του στη Λευκωσία, στο καμπαρέ Roxy.

Μόλις μπήκαμε είδαμε κοπέλες που χόρευαν σχεδόν γυμνές. Αντιδράσαμε και αρχίσαμε να ανησυχούμε. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα φανταστεί ότι υπήρχαν μέρη όπως αυτό. Κάποιος που τον έλεγαν Tony και μιλούσε ισπανικά μας πήγε όλες σε ένα από τα δωμάτια που υπήρχαν πάνω από το καμπαρέ για να κοιμηθούμε και μας κλείδωσε μέσα. Τότε καταλάβαμε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και ότι η Maricha μας είχε ξεγελάσει.

Τη δεύτερη νύχτα μας έδωσαν κλειδί της πόρτας που οδηγούσε στο δρόμο, όποτε όμως βγαίναμε έξω, παρατηρούσαμε ότι μας παρακολουθούσαν.

Την επόμενη ημέρα μας πήραν στην μπιραρία που βρίσκεται δίπλα από το καμπαρέ, όπου μας σύστησαν κάποιον ‘Παπαγιάννη’ ως το αφεντικό. Εμείς ήμασταν φοβισμένες και κλαίγαμε. Του είπαμε ότι δεν είχαμε έλθει στην Κύπρο για να δουλέψουμε σε καμπαρέ, αλλά για να πάμε στην Ισπανία για να εργαστούμε ως σερβιτόρες σε ξενοδοχείο και ότι η Maricha μας είχε ξεγελάσει.

Αυτός μας είπε ότι η Maricha μας είχε εξηγήσει τι δουλειά θα κάναμε και ότι ήμασταν υποχρεωμένες να δουλέψουμε. Μας είπε επίσης ότι θα χορεύαμε και θα πηγαίναμε με πελάτες του καμπαρέ για σεξ μόνο αν το θέλαμε και ότι κανένας δεν θα μας εξανάγκαζε. Μετά μας πήραν τα διαβατήρια, τα συμβόλαια εργασίας και τα αεροπορικά μας εισιτήρια που ήταν μετ΄ επιστροφής».

Τριγυρνούσαμε στο καμπαρέ μόνο με τα εσώρουχα
«Την άλλη μέρα και παρά την προσπάθεια του Παπαγιάννη να μας καθησυχάσει ξανά ότι δεν θα ήμασταν υποχρεωμένες να πηγαίνουμε με πελάτες εκτός εάν το θέλαμε, άρχισαν οι απειλές και η ψυχολογική βία. Το ίδιο βράδυ πήγαμε στο καμπαρέ και κάποια Gleny μας υποχρέωσε να γδυθούμε και να μείνουμε με τα εσώρουχά μας. Μείναμε έτσι μέχρι να κλείσει το καμπαρέ.

Ακολούθως μας έβαλαν να καθίσουμε όλες μαζί στο μπαρ. Μετά από λίγο ο Tony που μιλούσε με τον Παύλο και έναν πελάτη του καμπαρέ με πλησίασε και μου είπε να πάω να ντυθώ γιατί έπρεπε να βγω έξω με αυτό το πελάτη. Εγώ είπα ότι δεν ήθελα να πάω και ο Tony άρχισε να ουρλιάζει και να με απειλεί ότι θα με έστελνε σε ένα καμπαρέ στη Λάρνακα όπου θα ήμουν συνεχώς κλειδωμένη σε ένα δωμάτιο για να «εξυπηρετώ» συνέχεια πελάτες. Μετά με άρπαξε βίαια από το μπράτσο και με πήγε στο γραφείο του Παπαγιάννη.

Άρχισε κι αυτός με τη σειρά του να μου φωνάζει και να με απειλεί ότι θα με έστελνε σε αυτό το καμπαρέ στη Λάρνακα αν συνέχιζα να δημιουργώ προβλήματα και δεν έκανα ότι μου ζητούσαν. Εγώ πανικοβλήθηκα και ο Tony με έβαλε σε ένα ταξί που με πήρε στο σπίτι του πελάτη αυτού. Ένιωθα χαμένη, αδύναμη και τρομοκρατημένη και εκεί αναγκάστηκα να υποκύψω στις ορέξεις αυτού του πελάτη για ώρες».

Σεξ με στρατιώτες σε κοινή θέα
«Η χειρότερη εμπειρία στο καμπαρέ αυτό ήταν από τις 7.30 μ.μ. το απόγευμα όπου μέχρι τις 10 που άνοιγε το καμπαρέ μας ανάγκαζαν να κάνουμε σεξ με νεαρούς πελάτες κυρίως στρατιώτες στους καναπέδες όλες μαζί, με τον Παύλο και τον Αντρέα παρόντες να μας παρακολουθούν. Μερικές φορές ήταν παρών και ο ίδιος ο Παπαγιάννης που καθόταν στο μπαρ και έβλεπε.

Στους νεαρούς που έρχονταν να με ζητήσουν για τον σκοπό αυτό έλεγα ότι δεν δέχομαι να το κάνω, οπότε εκείνοι πήγαιναν με άλλη κοπέλα. Σε μία περίπτωση ένας από αυτούς με κατάγγειλε στον Tony που πάλι άρχισε να φωνάζει και να με απειλεί ότι θα με στείλει στο καμπαρέ στη Λάρνακα. Φοβήθηκα πάρα πολύ και αναγκάστηκα να ενδώσω. Κατά τη διάρκεια των δεκατεσσάρων ημερών που έκανα στο Roxy με ανάγκασαν να πάω συνολικά με εννέα πελάτες, πότε στο σπίτι τους και πότε σε ξενοδοχείο.

Ο χρόνος που πέρασα σε αυτό το καμπαρέ ήταν μία σκέτη κόλαση. Η ζωή μου είχε γίνει ένας φρικτός εφιάλτης και γι’ αυτό είχα αποφασίσει ότι με οποιοδήποτε τρόπο θα φρόντιζα να δραπετεύσω από εκεί. Η ευκαιρία παρουσιάστηκε όταν μία μέρα ένας πελάτης, βλέποντάς με να κλαίω, μου έδωσε να καταλάβω ότι θα με έπαιρνε κάπου να συναντήσω μία κοπέλα που μιλούσε ισπανικά για να της εξηγήσω τι μου συμβαίνει.

Κράτησε την υπόσχεσή του. Λίγες μέρες μετά ήρθε και με πήρε για να συναντήσω αυτή την κοπέλα από την Κολομβία. Μιλήσαμε για πολλή ώρα και της είπα όλα όσα συνέβαιναν στο καμπαρέ. Μου είπε τι θα με βοηθούσε να δραπετεύσω από εκεί και μου εξήγησε τι έπρεπε να κάνω».

Στο καταφύγιο του πατήρ Σάββα
«Σαν αποτέλεσμα προχώρησα να αναφέρω στην Gleny ότι χρειαζόμουν το διαβατήριό μου για να στείλω λεφτά στα παιδιά μου. Μίλησα με την Yani που αποφάσισε να δραπετεύσει μαζί μου. Πήγαμε εκεί που η γυναίκα από την Κολομβία μου είχε πει ότι θα στείλει ένα ταξί. Το ταξί μας πήγε στο σπίτι της και το ίδιο βράδυ ήρθε κάποια Margarita που μιλούσε ισπανικά και κάποιος κύριος που λεγόταν Χρίστος και μας πήγαν στη Λεμεσό, στο καταφύγιο του πατήρ Σάββα.

Όταν επιτέλους κατάφερα να επιστρέψω στην Δομινικανή Δημοκρατία είχα σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Αργότερα αναγκάστηκα να εξιστορήσω στον σύζυγό μου τι μου συνέβη στην Κύπρο. Δυστυχώς αυτός έγινε έξω φρενών και με πέταξε έξω από το σπίτι μαζί με τα δυο μας παιδιά. Έμεινα για ενάμιση περίπου χρόνο στο σπίτι μίας εξαδέλφης μου.

Μετά, δόξα τον Θεό, ο άντρας μου ηρέμησε αφού αντιλήφθηκε τι πράγματι μου είχε συμβεί και με δέχτηκε πάλι στο σπίτι. Τώρα έχουμε ακόμα ένα παιδί, αλλά την φρικτή μου εμπειρία ποτέ δεν θα μπορέσω να την ξεχάσω».

Διαβάστε επίσης