Site icon Hallocy

«Δεν ξέρω πόσοι με βίασαν… Κάθε βράδυ ήταν άλλος, κάποτε και δύο… Ήμουν νεκρή»

«Έκλεισα τα μάτια μου από την αρχή, δεν ένιωθα τίποτα. Ήμουν νεκρή… Ήταν σαν να σκότωσα τον εαυτό μου, απλώς επειδή δεν ήθελα να σκέφτομαι. Το μυαλό μου ήταν νεκρό. Τα μάτια μου ήταν τυφλά. Το σώμα μου ήταν… Απλά έπρεπε να πεθάνω…».

Ανάμεσα σε κάθε συλλαβή που αρθρώνει, βγαίνει και ένας λυγμός. Όταν οι συλλαβές γίνονται λέξεις και οι λέξεις προτάσεις… το απόλυτο σοκ.

Έχεις μόλις έρθει αντιμέτωπος με μια από τις πιο μεγάλες κτηνωδίες που έχεις ακούσει. Και αυτό έγινε στην Κύπρο. Στην Κύπρο… Μπορεί να έγινε και δίπλα από το σπίτι σου, μπορεί να το έκανε κάποιος γνωστός σου.

Κλαίει ασταμάτητα… Την παρακαλάς να μην αναφερθεί, εάν δεν θέλει, σε αυτό το κομμάτι της ιστορίας της. Συνεχίζει, όμως, και δεν ξέρεις αν τελικά το κάνεις, επειδή δεν αντέχεις εσύ να διαχειριστείς αυτά που ακούς. Εσύ… Σκέψου αυτή που τα έζησε… Δεν μπορείς καν να σηκώσεις το κεφάλι και να την κοιτάξεις στα μάτια.

Η ιστορία της Χριστίνας -έτσι ζήτησε να τη λέμε για να προστατευθεί η ταυτότητά της- συνταράζει. Είναι μια γροθιά στο στομάχι… Είναι η ιστορία μιας γυναίκας, η οποία έπεσε θύμα εμπορίας προσώπων, προφανώς από διεθνές κύκλωμα που έχει πλοκάμια στην Κύπρο.

Τη συναντήσαμε στα γραφεία της οργάνωσης Cyprus Stop Trafficking. Η πρόεδρος του συνδέσμου, αυτή η απίστευτη γυναίκα που αφιέρωσε τη ζωή της στην προστασία των θυμάτων εμπορίας προσώπων, η κ. Αντρούλλα Χριστοφίδου, δεν μας είπε την ιστορία της Χριστίνας. Μας είπε ότι θα πει η ίδια αυτά που θέλει. Όλα τα θύματα εμπορίας έχουν τραγικές ιστορίες, κάποιες, όμως ξεπερνούν κάθε φαντασία. Και αυτή είναι μία από αυτές.

Στα δίκτυα των σωματεμπόρων
Η νεαρή κοπέλα, κάθεται απέναντι και αρχίζει, ανάμεσα σε λυγμούς, να αφηγείται τη φρικτή ιστορία της στον REPORTER.

«Είμαι 28 χρόνων, κατάγομαι από το Καμερούν και είμαι στην Κύπρο δυόμιση χρόνια τώρα. Η ιστορία μου ξεκινά ένα φρικτό πρωινό το 2017, στο Καμερούν. Στο χωριό μου σχεδίαζα και έραβα ρούχα. Ο αδερφός μου ήρθε με ένα φίλο του και μου ζήτησαν να κάνω μια σημαία, για μια διαδήλωση. Εγώ είμαι από την αγγλόφωνη περιοχή του Καμερούν και θεωρούμαστε κάτι σαν μειονότητα από την γαλλόφωνη κυβέρνηση, που μας πολεμά. Δεν ήξερα, όμως, ότι αυτή η σημαία θα μου στοίχιζε τόσα… Δεν ήξερα ότι η δημιουργία της ήταν ενάντια στο νόμο. Εμένα με πλήρωσαν και έκανα απλώς τη δουλειά μου. Έραψα μια σημαία. Εκείνο το απαίσιο πρωινό, ήμουν στο σπίτι με τη γιαγιά μου και την κόρη μου. Το Μάιο θα γίνει πέντε χρόνων. Ο πατέρας της με εγκατέλειψε όταν έμεινα έγκυος.

Διαπίστωσα ότι δεν είχαμε νερό στο σπίτι και πήγα έξω να φέρω. Επιστρέφοντας είδα δύο φίλες μου να τρέχουν κατά πάνω μου και να φωνάζουν “τρέξε να σώσεις τη ζωή σου. Πυροβόλησαν τον αδερφό σου και σε ψάχνουν”. Τον αδελφό μου τον πυροβόλησαν στο πόδι και τον έβαλαν φυλακή. Είναι στη φυλακή ακόμη. Στο χωριό μου έφευγε πολύς κόσμος, επειδή ο στρατός της χώρας τους καταδίωκε και τους σκότωνε. Είναι αδίστακτοι, σκοτώνουν ακόμη και παιδιά 15 χρόνων.

Δεν ήξερα τι να κάνω, πού να πάω… Ήμουν μπερδεμένη. Έφυγα από το σπίτι, μόνο με τα ρούχα που φορούσα. Άρχισα να τρέχω. Έφτασα στο διπλανό χωριό. Εκεί τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα. Είδα γυναίκες να τρέχουν, ανθρώπους σκοτωμένους. Υπήρχε παντού στρατός. Άνοιξαν πυρ. Έτρεχες, γύριζες το κεφάλι και το άτομο πίσω σου είχε σκοτωθεί. Ρώτησα πού σκοπεύουν να πάνε όλοι αυτοί και μου είπαν ότι υπάρχει ένας καταυλισμός προσφύγων στη Νιγηρία. Στην προσπάθειά μου να ξεφύγω, χάθηκα. Συνέχισα, όμως, να περπατώ. Βρήκα ένα μεγάλο μονοπάτι.

Καθώς περπατούσα συνάντησα έναν άνδρα. Του ζήτησα να μου εξηγήσει πώς να πάω στην πόλη που βρίσκεται ο καταυλισμός στη Νιγηρία. Μου είπε ότι τάχα ήταν από αυτή την πόλη και προσφέρθηκε να με πάρει. Ήταν πολύ μακρύς ο δρόμος προς το σπίτι του στη Νιγηρία. Φτάσαμε βράδυ και έτσι έμεινα στο σπίτι του.

Το πρωί, μου είπε ότι δεν πρέπει να πάω πίσω, διότι είναι επικίνδυνο και μπορεί να με σκοτώσουν. Είπε ότι είναι επιχειρηματίας και προσφέρθηκε να με βοηθήσει να εργαστώ στο εξωτερικό, για να βγάζω αρκετά λεφτά και να στέλνω στην κόρη μου και στη γιαγιά μου. Έμεινα στο σπίτι του δύο εβδομάδες. Μου είπε ότι κανόνισε να πάω στην Κύπρο, για να δουλέψω ως οικιακή βοηθός. Μου είπε ότι θα καθαρίζω ένα σπίτι. Του είπα “δεν έχω λεφτά να πληρώσω το ταξίδι και πώς θα ταξιδέψω χωρίς διαβατήριο;” Απάντησε ότι θα με βοηθήσει. Δεν είχα άλλη επιλογή και δέχθηκα αυτό που πρότεινε».

Ο Γολγοθάς της Κύπρου
«Με πήρε στο αεροδρόμιο και με παρέδωσε σε έναν αστυνομικό, που με μετέφερε στην αίθουσα επιβίβασης. Ήρθα μόνη στην Κύπρο, με πλαστό διαβατήριο, τέλος του 2017.

Όταν έφτασα με παρέλαβε ένας άνδρας. Είχε το όνομά μου γραμμένο σε καρτέλα. Δεν ξέρω από πού ήταν, ήταν όμως Αφρικανός. Με πήρε σε ένα διαμέρισμα. Ήταν στον δεύτερο όροφο. Ήταν ένα δωμάτιο. Φεύγοντας μου είπε “θα μένεις πλέον εδώ”. Μετά έφυγε.

Μόλις έκανα μπάνιο, ήρθε ένας άλλος άντρας. Ήταν ξανθός. Μου ανακοίνωσε ότι είναι ο εργοδότης μου και ότι το βράδυ θα έρθει να μου μάθει τη “δουλειά” που θα κάνω. Μου φάνηκε παράξενο, που θα ερχόταν νύκτα, αλλά του είπα εντάξει.

Όταν ήρθε, τον ρώτησα, πού είναι το σπίτι που θα καθαρίσω. Μου είπε “η δουλειά σου είναι σε αυτό το δωμάτιο”. Ρώτησα τι δουλειά θα κάνω στο δωμάτιο; Μου απάντησε, “η δουλειά είναι σε αυτό το δωμάτιο, μαζί μου”.

Προτού προλάβω να αντιδράσω με έσπρωξε στο κρεβάτι. Ήταν τότε που άρχισα να αντιλαμβάνομαι τι γίνεται. Άρχισα να παλεύω μαζί του. Μου είπε ότι αν κάνω έστω και τον παραμικρό θόρυβο, θα με σκοτώσει και θα εξαφανίσει το σώμα μου. “Kανείς δεν θα σε ψάξει, επειδή είσαι πολύ μακριά από τη χώρα σου και δεν σε ξέρει κανείς εδώ”, είπε.

Συνέχισα να αντιστέκομαι και τότε με χαστούκισε στο πρόσωπο. Με έδεσε στο κρεβάτι. Με το ένα του χέρι μου έκλεισε το στόμα. Με βίαζε όλο το βράδυ… Με βίασε τρεις φορές εκείνο το βράδυ. Ξανά… και ξανά… και ξανά.

Με είχε δεμένη στο κρεβάτι μέχρι το πρωί. Φεύγοντας μου είπε, “αυτό θα κάνεις κάθε μέρα από δω και πέρα. Ξόδεψα πολλά λεφτά για να σε φέρω εδώ και θα δουλεύεις μέχρι να με ξεπληρώσεις”.

Ήξερα από εκείνη τη στιγμή ότι η ζωή μου είχε τελειώσει. Είπα στον εαυτό μου, “καλύτερα να έμενες στο Καμερούν και να πέθαινες στη φυλακή. Θα ήταν πολύ καλύτερα.” Τουλάχιστον, θα το ήξερε η οικογένειά μου. Δεν ήξερα τι να κάνω, ήμουν καταρρακωμένη…. Καταρρακωμένη».

Κάθε βράδυ και άλλος άνδρας, κάποτε δύο
Δυστυχώς δεν ήταν, όμως αυτό το χειρότερο που της συνέβη.

«Μετά από αυτό, κάθε βράδυ έπρεπε να “πηγαίνω” με άνδρες χωρίς να το θέλω. Με είχε κλειδωμένη στο δωμάτιο. Ερχόταν μια φορά την ημέρα και μου έφερνε φαγητό. Δεν ξέρω ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος. Μιλούσε Αγγλικά, αλλά όχι καλά. Τις μέρες ήμουν ολομόναχη στο δωμάτιο. Κάποιες μέρες ερχόταν στο δωμάτιο και με βίαζε. Τα βράδια ερχόταν και μου έλεγε “ετοιμάσου. Κάνε μπάνιο, θα έρθει κάποιος να σε πάρει”. Αυτό διήρκεσε τρεις βδομάδες. Δεν ξέρω πόσοι ήταν οι άνδρες με τους οποίους αναγκάστηκα να κάνω σεξ. Κάθε βράδυ ήταν άλλος, κάποτε και δύο. Δεν ξέρω πόσοι ήταν, αλλά όλοι με βίασαν. Δεν ξέρω πόσα πλήρωναν. Τα λεφτά τα έδιναν σε αυτόν. Δεν ήξερα τι αξία είχαν τα λεφτά στην Κύπρο. Δεν ξέρω εάν πλήρωναν λίγα ή πολλά… Δεν ξέρω… Εγω δεν έπαιρνα χρήματα».

Στα χέρια του πιο μεγάλου κτήνους
«Ένα φρικτό βράδυ, ήρθε στο σπίτι ένας άνδρας. Ήταν μεγάλος σε ηλικία. Τον είδα να δίνει πολύ περισσότερα χρήματα από τους προηγούμενους. Με πήρε με το αυτοκίνητό του στο σπίτι του. Με οδήγησε σε ένα δωμάτιο και μου είπε ότι δεν είμαι εκεί για εκείνον».

Αυτό που συνέβη σε εκείνο το δωμάτιο, για πάρα πολλούς λόγους, δεν μπορεί να παρατεθεί αυτούσιο. Ο κύριος, λόγος είναι η προστασία της ταυτότητάς της κοπέλας. Πρόκειται, όμως, για αποτρόπαια πράξη, που μόνο ένα κτήνος, ένα ανθρωποειδές, ένα άρρωστο μυαλό, μπορεί να διαπράξει. Η Χριστίνα βίωσε, κατά τη διάρκειά της, τον θάνατο.

«Έκλεισα τα μάτια μου από την αρχή, δεν ένιωθα τίποτα. Ήμουν νεκρή… Ήταν σαν να σκότωσα τον εαυτό μου, απλώς επειδή δεν ήθελα να σκέφτομαι. Το μυαλό μου ήταν νεκρό. Τα μάτια μου ήταν τυφλά. Το σώμα μου ήταν… Απλά έπρεπε να πεθάνω…

Στη συνέχεια με πήρε στο σπίτι που έμενα. Έκλαιγα συνέχεια. Ο άντρας (προαγωγός), μου μιλούσε. Δεν ανταποκρινόμουν.

Πήγα αμέσως στο μπάνιο, πήρα την βούρτσα και έτριβα με δύναμη το κορμί μου. Έμεινα στο μπάνιο πάνω από μία ώρα. Νόμιζα ότι θα ξεπλύνω τα πάντα από πάνω μου. Απλώς ήθελα να σβήσω τα πάντα. Αλλά ήταν εκεί…μέσα στο κεφάλι μου. Είπα “δεν μπορώ να το κάνω αυτό πια”, αλλά δεν ήξερα τι να κάνω. Ένιωθα νεκρή… Νεκρή…»

Κλαίει με λυγμούς, αλλά παρά τις παροτρύνσεις να σταματήσει, συνεχίζει. Θέλει να πει τα πάντα…

«Βγήκα από το μπάνιο και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Μου έφερε φαγητό. Του είπα “δεν θα φάω”. Ήρθε πίσω αργότερα και με ρώτησε γιατί δεν έφαγα. Δεν του απάντησα. Συνέχισε να μου μιλά, αλλά δεν ανταποκρινόμουν. Μου είπε ότι πρέπει να φάω επειδή πρέπει να έχω ενέργεια για το βράδυ. Συνέχισε να μιλά, αλλά εγώ τίποτα».

Ο βιαστής που τη βοήθησε
«Το βράδυ, ήρθε ένας άλλος άνδρας και με πήρε. Δεν είπα τίποτα. Στο αυτοκίνητό του, άρχισα να κλαίω. Ο άντρας σταμάτησε το αυτοκίνητο και προσπαθούσε να καταλάβει τι έπαθα. Κάτι μου έλεγε ότι έπρεπε να μιλήσω σ’ αυτόν τον άντρα.

Του είπα ότι συνέβηκε. Ένιωσε πολύ άσχημα και μου είπε ότι θα με βοηθήσει, ξέροντας ότι εάν το κάνει, θα μπλέξει άσχημα. Μου είπε πως νόμιζε ότι ήμουν πόρνη και μου άρεσε αυτό που συμβαίνει. Του απάντησα πως δεν μου αρέσει καθόλου.

Με πήρε στο σπίτι του και μου είπε ότι επειδή ήδη πλήρωσε, θα κάνει σεξ μαζί μου. Υποσχέθηκε, όμως, ότι το πρωί δεν θα με έπαιρνε πίσω στο σπίτι. Το πρωί μου έδωσε κάποια ρούχα, δεν ξέρω εάν ήταν της γυναίκας του. Με έβαλε στο αυτοκίνητό του και μου ζήτησε να μπω στο πορτμπαγκάζ. Σε λίγα λεπτά το αυτοκίνητο σταμάτησε. Με άφησε σε μια στάση λεωφορείου. Μου είπε να ζητήσω βοήθεια από όποιον περάσει.

Έκατσα στη στάση και απλώς έκλαιγα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Έμεινα για ώρες εκεί. Με πλησίασε μια γυναίκα και μου είπε ότι με είδε και προηγουμένως εκεί και διερωτήθηκε τι είχα. Της είπα κλαίγοντας “δεν ξέρω που να πάω, δεν ξέρω κανένα”. Της ανέφερα τι συνέβη.

Μου είπε να περιμένω και τηλεφώνησε σε μία γυναίκα από το Σύνδεσμο Cyprus Stop Trafficking. Ήρθε μια κυρία, με πήρε και με πήγε στην Αστυνομία. Μετά με μετέφεραν στο καταφύγιο θυμάτων εμπορίας προσώπων. Έμεινα στο καταφύγιο έξι μήνες. Μετά πήγα στο σπίτι που μένω τώρα.

Τι ήταν το πρώτο που έκανες όταν ένιωσες ασφαλής;
«Ευχαρίστησα το Θεό που γλίτωσα. Τουλάχιστον μπορούσα να κοιμηθώ ένα βράδυ χωρίς κάποιος να με ενοχλεί ή να έρθει να με βιάσει. Είπα “επιτέλους αυτό τελείωσε”. Μου πήρε πολύ χρόνο. Στις αρχές κάθε βράδυ, έβλεπα εφιάλτες. Αναζήτησα και την κόρη μου. Δεν μένει πλέον με τη γιαγιά μου, αλλά με τη φίλη του αδελφού μου. Το μόνο που θέλω είναι να τη δω. Μακάρι να μπορέσω να τη φέρω στην Κύπρο. Η αίτησή μου είναι στην υπηρεσία Ασύλου και δεν ξέρω τι θα αποφασίσουν. Έχω γίνει δεκτή ως θύμα εμπορίας προσώπων και μπορώ, προσωρινά, να μείνω εδώ».

Αλήθεια, τι νιώθεις για την Κύπρο;
«Αρχικά είχα διαφορετική άποψη για την Κύπρο, λόγω αυτών που έζησα. Νόμιζα ότι ήταν ένα μέρος γεμάτο με κακούς ανθρώπους. Αργότερα, διαπίστωσα, όμως, ότι είναι όπως τη χώρα μου. Έχει και καλούς και κακούς ανθρώπους. Συνάντησα τους κακούς αλλά συνάντησα και τους καλούς. Για μένα, πλέον, είναι ένα καλό μέρος. Πολλοί υπέροχοι άνθρωποι εδώ με βοήθησαν».

Αυτοί που σου έκαναν τόσα συνελήφθησαν;
«Δεν ξέρω, νομίζω όχι. Δεν ξέρω ποιοι ήταν. Δεν ξέρω πού ήταν το διαμέρισμα, πού με είχε αυτός. Έβγαινα μόνο τα βράδια από αυτό. Ήταν σκοτάδι. Μόνο την πόλη που ήμουν έμαθα (δεν την καταγράφουμε για ευνόητους λόγους)».

Αν είχες μπροστά σου αυτούς τους ανθρώπους, τι θα έκανες;
«Κλείνω τα μάτια μου και σκέφτομαι ότι θα τους σκότωνα. Θα τους αφήσω, όμως με τη συνείδησή τους. Υπάρχει Θεός. Εγώ επιβίωσα, επειδή ο Θεός έστειλε κάποιον να με βοηθήσει. Δεν τους εύχομαι να πάθουν τα χειρότερα, όμως ξέρω ότι θα πληρώσουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, για τα εγκλήματα τους».

* Θερμές ευχαριστίες, σε μια άλλη υπέροχη γυναίκα, που πρόσφερε πολλά στα θύματα εμπορίας προσώπων μέσω της οργάνωσης Cyprus STOP Trafficking, τη Λίντα Λαπά, για την βοήθειά της στη μετάφραση.

reporter.com.cy

Exit mobile version